Εκτύπωση αυτής της σελίδας

ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2019

Κατηγορία ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ

Εθνικό Συμβούλιο Παραγωγικότητας. 2019. | ISSN: 2654-1289

 

NPB Annual Report 2019 cover

H πρώτη Ετήσια Έκθεση του Εθνικού Συμβουλίου Παραγωγικότητας της Ελλάδας για το έτος 2019 παρέχει μια ευρεία και αναδρομική συστηματική αποτύπωση των σημαντικών τάσεων, χαρακτηριστικών και πτυχών της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της χώρας σε μακροοικονομικό, κλαδικό και περιφερειακό επίπεδο. Εξετάζει πολιτικές που έχουν ήδη εφαρμοστεί και άλλες που βρίσκονται σε εξέλιξη, οι οποίες αποσκοπούν στην ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Πρώτον, η ανάλυση υπογραμμίζει τα σημαντικά κενά παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας μεταξύ των ελληνικών και των άλλων οικονομιών της ΕΕ. Προσδιορίζει παράγοντες αύξησης της παραγωγικότητας όσον αφορά τις επενδύσεις, την καινοτομία, τις δεξιότητες, τις επιχειρήσεις και τον ανταγωνισμό.

 

Διαχωρίζοντας τις κύριες συνιστώσες της συνολικής ζήτησης με την πάροδο του χρόνου, τονίζεται ότι η τρέχουσα ανάκαμψη βασίζεται κυρίως στη μακροοικονομική σταθερότητα που επιτυγχάνεται μέσω της δημοσιονομικής εξυγίανσης και των θετικών εξελίξεων στο εμπορικό ισοζύγιο και την ιδιωτική κατανάλωση. Ωστόσο, η επενδυτική συμπεριφορά παραμένει ασταθής και αρκετοί αρνητικοί εξωτερικοί και εγχώριοι παράγοντες μπορούν να απειλήσουν τη μακροοικονομική σταθερότητα μακροπρόθεσμα. Διαπιστώνεται ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου της κρίσης και σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο, η μείωση της χρησιμοποίησης του εργατικού δυναμικού διαδραμάτισε τον σημαντικότερο ρόλο στη μείωση της κατά κεφαλήν παραγωγής, ακολουθούμενη από μικρότερες αλλά σημαντικές μειώσεις στη μεγέθυνση της παραγωγικότητας εργασίας.

 

Η ανάλυση της τομεακής σύνθεσης της ελληνικής οικονομίας αποδεικνύει ότι η συνολική της δομή παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητη κατά τη διάρκεια της κρίσης. Οι μεταβολές στην αύξηση της παραγωγικότητας εξηγούνται κυρίως από μεταβολές της παραγωγικότητας εντός των τομέων, ενώ οι επιδράσεις ανακατανομής είχαν θετική συμβολή πριν από την κρίση και αρνητική συμβολή κατά τη διάρκεια της κρίσης. Επιπροσθέτως, τα αποτελέσματα υποδηλώνουν σημαντική ετερογένεια στις επιδράσεις του κεφαλαιακού αποθέματος των τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας (ΤΠΕ) και του κεφαλαιακού αποθέματος εκτός ΤΠΕ εντός των τομέων, και συστηματικά χαμηλές επιδόσεις της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής ή ΣΠΣΠ (Total Factor Productivity ή TFP).

 

Κατά τη διάρκεια της κρίσης, το χάσμα στην παραγωγικότητα εργασίας και τη ΣΠΣΠ μεταξύ της περιφέρειας Αττικής και των άλλων περιφερειών της χώρας αυξήθηκε. Συγκεκριμένα, η ΣΠΣΠ μειώθηκε σε όλες τις περιφέρειες, αλλά παρουσιάζει ανάκαμψη από το 2013. Οι μεγαλύτερες μειώσεις τόσο στην παραγωγικότητα της εργασίας όσο και στη ΣΠΣΠ παρατηρούνται στις νησιωτικές περιφέρειες (Βορείου Αιγαίου, Νοτίου Αιγαίου και Ιονίων Νήσων). Την ίδια περίοδο, αυξήθηκε το παραγωγικό χάσμα της περιφέρειας Αττικής,  ως προς τη ΣΠΣΠ, με την πιο αποδοτική περιφέρεια στην ΕΕ (Βρυξέλλες). Προκειμένου να προωθηθεί η περιφερειακή ανάπτυξη και σύγκλιση, οι στρατηγικοί στόχοι και πολιτικές των τομεακών αναπτυξιακών σχεδίων θα πρέπει να εναρμονιστούν και να συντονιστούν από κοινού με τα ειδικά πλαίσια χωροταξικού σχεδιασμού για τις κύριες οικονομικές δραστηριότητες, τις χρήσεις γης και τα ειδικά χωροταξικά σχέδια για ‘fast-track’ επενδύσεις υποδομών. Με τον τρόπο αυτό, θα αναληφθούν περισσότερες τοπικά στοχευμένες δράσεις για την αύξηση της παραγωγικότητας και τη μείωση των ανισοτήτων, αποφεύγοντας πιθανές συγκρούσεις μεταξύ τομεακών και περιφερειακών πολιτικών.

 

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η έννοια της ανταγωνιστικότητας είναι πολύπλευρη, χρησιμοποιούνται διαφορετικές προσεγγίσεις προκειμένου να φωτιστούν όλες οι πτυχές της. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα παρουσιάζει έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών που μειώθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Η ανταγωνιστικότητα τιμής / κόστους της χώρας, όπως αντικατοπτρίζεται στις πραγματικές συναλλαγματικές ισοτιμίες, βελτιώθηκε από το 2010-11 έως το 2015-16, ενώ το μοναδιαίο κόστος εργασίας μειώθηκε από το 2011 έως το 2016. Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξάνονται από το 2009, αλλά το μερίδιο αγοράς της Ελλάδας στις παγκόσμιες αγορές μειώνεται.

 

Όσον αφορά τους δείκτες διεθνούς ανταγωνιστικότητας, οι επιδόσεις της Ελλάδας παρουσιάζουν υστέρηση σε πολλούς προβληματικούς τομείς, όπως την ποιότητα των θεσμών, τη μακροοικονομική σταθερότητα, την αποδοτικότητα της αγοράς εργασίας και τη χρηματοδότηση. Η συμμετοχή της Ελλάδας στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας αυξήθηκε κατά την περίοδο 2010-2015, σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο (2005-2009), και ξεπέρασε τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Δεδομένου ότι ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της χώρας είναι η σημαντική διαφορά μεταξύ της Αττικής και των υπολοίπων περιφερειών, η περιφερειακή ανταγωνιστικότητα είναι μια άλλη σημαντική πτυχή που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν μετρούνται οι ανταγωνιστικές πολιτικές και σχεδιάζονται πολιτικές ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας. Τα σημαντικότερα κενά ανταγωνιστικότητας μεταξύ των ελληνικών περιφερειών και των περιφερειών της ΕΕ αφορούν τους τομείς της μακροοικονομικής σταθερότητας και της αποδοτικότητας της αγοράς εργασίας.

 

Ως εκ τούτου, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ύπαρξη αρνητικών (κατά την περίοδο της κρίσης) ή ασθενών θετικών (την περίοδο ήπιας ανάκαμψης που ακολουθεί) ρυθμών μεγέθυνσης της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας, παρά την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και τη βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και της ανταγωνιστικότητας κόστους / τιμής, μπορεί να σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με: επίμονα διαρθρωτικά προβλήματα του συστήματος παραγωγής (που είναι χαμηλής έντασης γνώσης και τεχνολογίας, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης) και της ανταγωνιστικότητας μη-κόστους, όπως τη σταθερότητα του μακροοικονομικού περιβάλλοντος, την ποιότητα των θεσμών, τις συνθήκες χρηματοδότησης και την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας των αγορών εργασίας και προϊόντων/υπηρεσιών.

 

Υπογραμμίζεται η ανάγκη εφαρμογής ενός συνεκτικού πλαισίου πολιτικής με τομεακή και περιφερειακή διάσταση. Ένα τέτοιο πλαίσιο θα προωθήσει την επιχειρηματικότητα με προσανατολισμό στις εξαγωγές, μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, και θα προάγει την ποιότητα των θέσεων εργασίας και του ανθρώπινου δυναμικού για την ενίσχυση της παραγωγικότητας. Μια αποτελεσματική πολιτική διαχείρισης της ζήτησης θα πρέπει να βασίζεται σε διεθνώς εμπορεύσιμους τομείς της οικονομίας: (α) εμπορεύσιμες υπηρεσίες, (β) τον πρωτογενή τομέα και (γ) ορισμένους κλάδους της βιομηχανίας που μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την παραγωγή / απασχόληση, δεδομένου ότι η βιομηχανία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές. Ένα τέτοιο πλαίσιο θα μπορούσε να συνεπάγεται την ανακατανομή των κρατικών δαπανών και την αύξηση της αυτόνομης ζήτησης βασικών τομέων, σε συνδυασμό με ένα πρόγραμμα βιομηχανικής πολιτικής.

 

Τέλος, σε ό, τι αφορά τις οριζόντιες πολιτικές, αυτές θα πρέπει να έχουν ως στόχο την αύξηση των δαπανών σε έρευνα και ανάπτυξη, τη στήριξη της καινοτομίας, και την αναβάθμιση του ρόλου της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης / ψηφιοποίησης της δημόσιας διοίκησης. Θα πρέπει επίσης να βελτιωθούν οι συνθήκες/κανόνες λειτουργίας της αγοράς και να δημιουργηθούν υψηλής ποιότητας, προσπελάσιμες, ανθεκτικές, αξιόπιστες και βιώσιμες υποδομές στις βιομηχανίες δικτύων (μεταφορές, logistics, ενέργεια, πληροφορική και τηλεπικοινωνίες), καθώς αυτές μπορούν να ενισχύσουν την οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα και να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας.


Ετήσια Έκθεση