Αρ. 155. A QUANTITATIVE ANALYSIS OF AGRICULTURAL PRODUCTION IN GREECE, 2004-2016

Κατηγορία ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

P. Prodromidis, L. Zangelidis. 2020. (Mε ελληνική περίληψη.)

 

DP 155 exofilo 200 294Εξετάζεται η αγροτική παραγωγή στην Ελλάδα κατά το χρονικό διάστημα 2004-16, ήτοι από την  εποχή της διεύρυνσης της ΕΕ κατά δέκα κράτη-μέλη και την μεταρρύθμιση της κοινή αγροτικής πολιτικής ως το τέλος της πολυετούς ύφεσης που έπληξε την χώρα: Διάστημα κατά το οποίο η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της αγροτικής παραγωγής σε σταθερές τιμές στην Ελλάδα μειώθηκε κατά περίπου 19%, ενώ στο σύνολο των 15 παλαιών κρατών-μελών αυξήθηκε κατά περίπου 1% και στο σύνολο των 10 νέων κρατών-μελών αυξήθηκε κατά περίπου 4%. Συγχρόνως οι ανθρωποώρες εργασίας στον αγροτικό τομέα στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 32%, στο σύνολο των 15 παλαιών κρατών-μελών κατά 19% και στο σύνολο των δέκα νέων κρατών-μελών  κατά 23%. Εν ολίγοις, πρόκειται για μια περίοδο στην διάρκεια της οποίας ο αγροτικός τομέας της χώρας απέκλινε από την γενική κατεύθυνση των άλλων μελών της ΕΕ της εποχής.  

 

Για την διερεύνηση των εξελίξεων επιχειρείται η ανάλυση της αγροτικής παραγωγής σε όρους εργασίας, γης, κεφαλαίου και άλλων εισροών, στην βάση 13 ετησίων παρατηρήσεων για την μέση επιχείρηση (εκμετάλλευση) του κλάδου σε τέσσερις διαιρέσεις της χώρας –συνολικά (13 x 4 =) 52 παρατηρήσεων– που παρέχει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Oι τέσσερις διαιρέσεις είναι: (α) η Θεσσαλία με τις Β. Σποράδες, (β) η βόρεια χώρα (από την Δ. Μακεδονία ως και την Δ. Θράκη, με την Θάσο και την Σαμοθράκη), (γ) η δυτική χώρα (από την Ήπειρο και τις Ιονίους Νήσους ως την Πελοπόννησο και τα Δυτικά Γεράνεια, άνευ της Τροιζηνίας), (δ) η υπόλοιπη χώρα (από την Ακαρνανία ως τις νήσους του ανατολικού Αιγαίου και την Κρήτη). Σημειώνεται ότι η χωρική οργάνωση είναι της βάσεως δεδομένων: όχι των συγγραφέων. 

 

Αρχικώς, καταγράφονται οι εξελίξεις των βασικών μεταβλητών και της παραγωγικότητας ανά μέση εκμετάλλευση στην κάθε περιοχή και διαπιστώνεται ότι στην διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου η μέση εκμετάλλευση μείωσε την χρήση της εργασίας και αύξησε το κεφάλαιο, την χρήση της γης, τις δαπάνες για ενέργεια και την παραγωγή, με αποτέλεσμα (α) να μεταβεί από μια κατάσταση μεγαλύτερης εντάσεως εργασίας (μικρότερης εντάσεως κεφαλαίου) σε μια κατάσταση μικρότερης εντάσεως εργασίας (μεγαλύτερης εντάσεως κεφαλαίου), (β) η παραγωγικότητα εργασίας να αυξηθεί και (γ) η παραγωγικότητα κεφαλαίου και γης και ο λόγος του προϊόντος προς την ενεργειακή δαπάνη να μειωθούν. Στην βόρεια χώρα η μέση εκμετάλλευση φαίνεται να λειτουργούσε με περισσότερα μηχανήματα, υψηλότερη παραγωγικότητα εργασίας και αυξημένες δαπάνες για ζωοτροφές, σπόρους, λιπάσματα και τέτοιες εισροές. Στην δυτική χώρα η μέση εκμετάλλευση φαίνεται να διέθετε γη υψηλότερης αξίας και να λειτουργούσε με υψηλότερο λόγο προϊόντος προς ενεργειακή δαπάνη, καθώς και υψηλότερη παραγωγικότητα κεφαλαίου ως το 2010. Στην Θεσσαλία φαίνεται να λειτουργούσε με υψηλότερη παραγωγικότητα εργασίας κατά το 2004-06 και 2012-16 και στην Θεσσαλία και την βόρεια χώρα φαίνεται να διέθετε περισσότερη γη, να παρήγαγε περισσότερη αξία και να δαπανούσε περισσότερα χρήματα σε ενέργεια. Στην υπόλοιπη χώρα εν γένει λειτουργούσε με περισσότερη εργασία, περισσότερα κτίρια, περισσότερο ζωικό κεφάλαιο και πραγματοποιούσε περισσότερες επενδύσεις σε κτίρια και μηχανήματα∙ ενώ τόσο στην Θεσσαλία όσο και στην υπόλοιπη χώρα φαίνεται να παρουσίαζε υψηλότερη παραγωγικότητα κεφαλαίου από το 2011 και εξής. 

 

Επίσης επιχειρούνται οικονομετρικές αναλύσεις τόσο σταθερών και τυχαίων επιδράσεων όσο και με την χρήση χωρικών ψευδομεταβλητών για την εκτίμηση (i) των παραμέτρων των εν λόγω εισροών και (ii) του μεγέθους της επιχειρηματικότητας, της τεχνολογίας και των μεταβλητών που δεν υπεισέρχονται στην παλινδρόμηση (δηλ. της πολυπαραγοντικής παραγωγικότητας) με τρεις τρόπους: (α) με αφαίρεση της τάσεως, (β) με εκτίμηση της τάσεως, (γ) με πρώτες διαφορές,  στο πλαίσιο αφενός μιας διαλογαριθμικής εκφράσεως (της οποίας η εκτεταμένη και ευρέως γνωστή στους οικονομολόγους συνάρτηση Cobb-Douglas συνιστά ειδική περίπτωση), αφετέρου ενός γραμμικού μοντέλου που βασίζεται στις πρώτες διαφορές των μεγεθών, το οποίο θεωρητικά δεν συνάδει με την Cobb-Douglas και εμπειρικά παρέχει το χαμηλότερο R2 (ήτοι, μικρότερη δυνατότητα εξηγήσεως της συνολικής μεταβλητικότητας των στοιχείων). Σε αντιδιαστολή, ο πρώτος τρόπος παρέχει την καλύτερη εξήγηση της συνολικής μεταβλητικότητας των στοιχείων. Για να αντιμετωπιστεί η ετεροσκεδαστικότητα, οι αναλύσεις εκτελούνται με ανθεκτικούς εκτιμητές και για να εξασφαλιστεί η ανεξαρτησία των ερμηνευτικών μεταβλητών αυτές καθίστανται γραμμικά ανεξάρτητες μεταξύ τους. Tα ευρήματα των αναλύσεων υποδηλώνουν ότι τόσο η πολυπαραγοντική παραγωγικότητα όσο και οι επιδράσεις της εργασίας και της ενέργειας (αναδύονται ως βασικοί ερμηνευτικοί παράγοντες) διαφοροποιούνται στον χώρο υποδηλώνοντας την δυνατότητα –ακόμα και την χρησιμότητα– ασκήσεως χωρικά διαφοροποιημένων αναπτυξιακών πολιτικών. Ιδίως η ανάλυση με το υψηλότερο R2, καθώς και παραλλαγές της, εντοπίζουν την παρουσία υψηλής πολυπαραγοντικής παραγωγικότητας στην Θεσσαλία. Συνεπώς, υφίσταται μια προοπτική μεταγγίσεως πρακτικών από εκεί στις υπόλοιπες περιοχές. Επίσης επιβεβαιώνουν (α) ότι μια οριακή αύξηση (μείωση) στην απασχόληση αύξαινε (μείωνε) την παραγωγή στην νότια ηπειρωτική χώρα από την Ακαρνανία ως τις νήσους του ανατολικού Αιγαίου και την Κρήτη, καθώς και (β) ότι η Θεσσαλία λειτουργούσε υπό φθίνουσες αποδόσεις κλίμακος, με αποτέλεσμα ο διπλασιασμός των εισροών να μην επιτυγχάνει διπλασιασμό ή υπερδιπλασιασμό του προϊόντος, αλλά –μάλλον φυσιολογικά και αναμενόμενα− κάτι λιγότερο: υποδιπλασιασμό του προϊόντος. 


(pdf)