Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Αρ. 109. TECHNICAL EFFICIENCY AND THE ROLE OF INFORMATION, TECHNOLOGY: A STOCHASTIC PRODUCTION FRONTIER STUDY ACROSS OECD COUNTRIES

Κατηγορία ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

S.P. Dimelis, S.K. Papaioannou. 2010. (Mε ελληνική περίληψη.)

 

Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να εξετάσει τις επιπτώσεις των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) στην τεχνική αποτελεσματικότητα (technical efficiency), σε επίπεδο εθνικών οικονομιών. Με βάση τα πρόσφατα συμπεράσματα της διεθνούς αρθρογραφίας οι ΤΠΕ είχαν ισχυρή επίδραση στην παραγωγικότητα και στην ανάπτυξη των οικονομιών τόσο των ΗΠΑ όσο και αρκετών ευρωπαϊκών χωρών. Δεν υπάρχει ωστόσο συναίνεση μεταξύ των οικονομολόγων όσον αφορά στην επίδραση των ΤΠΕ στην συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών (total factor productivity). Η παρούσα μελέτη συμβάλλει προς αυτή την κατεύθυνση, εξετάζοντας τις επιπτώσεις των ΤΠΕ στην τεχνική αποτελεσματικότητα (η οποία αποτελεί μέρος της συνολικής παραγωγικότητας) των χωρών του ΟΟΣΑ.


Η συνεισφορά της παρούσας εργασίας στη σχετική βιβλιογραφία είναι πολυδιάστατη. Πρώτον, σε σύγκριση με παρόμοιες μελέτες, η εργασία μας υιοθετεί έναν ευρύτερο ορισμό των επενδύσεων σε ΤΠΕ, ο οποίος συμπεριλαμβάνει τις επενδύσεις σε υλικό, λογισμικό και επικοινωνίες. Δεύτερον, η παρούσα μελέτη δεν αντιμετωπίζει τις επενδύσεις σε ΤΠΕ ως έναν συμβατικό συντελεστή που επηρεάζει την παραγωγικότητα μέσω του συνηθισμένου διαύλου της εμβάθυνσης κεφαλαίου (capital deepening). Αντί αυτού, εκτιμούμε την παραγωγική επίδραση των ΤΠΕ κάνοντας τη ρητή παραδοχή ότι οι ΤΠΕ είναι ένα ιδιαίτερο είδος τεχνολογικού και γνωστικού κεφαλαίου, οι επιπτώσεις των οποίων θα πρέπει να αποτιμηθούν στην συνολική παραγωγικότητα μέσω του διαύλου της τεχνικής αποτελεσματικότητας. Τέλος, η συγκεκριμένη εργασία αποτιμά την ποσοστιαία συμβολή των ΤΠΕ στην αποτελεσματικότητα κάθε χώρας ξεχωριστά, χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία των Coelli et al (1999).


Σε επίπεδο χάραξης πολιτικής, η μέτρηση της τεχνικής αποτελεσματικότητας μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τον προσδιορισμό των τρόπων με τους οποίους μπορεί να επιτευχθεί οικονομική μεγέθυνση. Για παράδειγμα, ένα χαμηλό επίπεδο τεχνικής αποτελεσματικότητας για μια συγκεκριμένη χώρα, θα σήμαινε ότι η οικονομική μεγέθυνση θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της πιο αποτελεσματικής χρήσης των ήδη υπαρχόντων παραγωγικών πόρων. Αντιθέτως, μια χώρα που έχει ήδη επιτύχει ένα υψηλό επίπεδο τεχνικής αποτελεσματικότητας θα πρέπει να εστιάσει περισσότερο στην τεχνολογική πρόοδο και στην καινοτόμο δραστηριότητα, προκειμένου να επιτύχει υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης.


Η παρούσα εργασία χρησιμοποιεί τη μεθοδολογία ενός στοχαστικού υποδείγματος παραγωγής προκειμένου να ποσοτικοποιήσει τις επιπτώσεις των ΤΠΕ στη τεχνική αποτελεσματικότητα των χωρών. Η συγκεκριμένη προσέγγιση εφαρμόζεται σε ένα δείγμα 17 χωρών του ΟΟΣΑ (Αυστραλία, Αυστρία, Βέλγιο, Δανία, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ιταλία, Ιαπωνία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ηνωμένες Πολιτείες), για την περίοδο 1990-2005.


Τα ευρήματα της συγκεκριμένης μελέτης συνοψίζονται ως εξής: Η επίδραση των ΤΠΕ στην τεχνική αποτελεσματικότητα των χωρών του ΟΟΣΑ είναι κατά μέσο όρο θετική και σημαντική. Συγκεκριμένα, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι ΤΠΕ συνέβαλαν πάνω από 5% στην αύξηση της τεχνικής αποτελεσματικότητας των χωρών του δείγματος. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι οι πλέον αποτελεσματικές χώρες είναι το Βέλγιο και η Ολλανδία, ενώ ακολουθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ελλάδα είναι 15η στην κατάταξη σε σύνολο 17 χωρών. Σε γενικές γραμμές, όλες οι χώρες του ΟΟΣΑ έχουν κατορθώσει να αυξήσουν το μέσο επίπεδο της τεχνικής αποτελεσματικότητάς τους την περίοδο 1990-2005. Στις περισσότερες από αυτές έχει αυξηθεί από το επίπεδο του 75% σε επίπεδο ακόμη και πάνω από το 85%. Παρά τη σημαντική αύξηση της αποτελεσματικότητάς τους, αρκετές χώρες της νότιας Ευρώπης (όπως η Ισπανία, η Ελλάδα και η Ιταλία) δεν έχουν ακόμη επιτύχει να συγκλίνουν με τις υπόλοιπες χώρες του ΟΟΣΑ.


Η εργασία είναι δομημένη ως εξής. Η πρώτη ενότητα περιέχει την εισαγωγή, αναφέρει τη συνεισφορά της εργασίας στη σχετική βιβλιογραφία και συνοψίζει τα βασικά αποτελέσματα. Η δεύτερη ενότητα συνοψίζει τα αποτελέσματα της σχετικής βιβλιογραφίας. Η τρίτη ενότητα εισάγει το θεωρητικό υπόβαθρο και στην τέταρτη ενότητα αναλύεται το οικονομετρικό υπόδειγμα. Η πέμπτη ενότητα παρουσιάζει τα στατιστικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν στην εμπειρική ανάλυση και η έκτη ενότητα περιγράφει τα αποτελέσματα. Το έβδομο (τελευταίο) τμήμα περιέχει τα συμπεράσματα της εργασίας.

 

(pdf)