Αρ. 69. Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΜΕΤΑΚΥΛΙΣΗΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΓΡΟΔΙΑΤΡΟΦΙΚΟ ΤΟΜΕΑ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΟΠΩΡΟΚΗΠΕΥΤΙΚΩΝ

Κατηγορία ΜΕΛΕΤΕΣ

Ι. Ρεζίτη. 2010. | ISBN: 978-960-341-089-8

 

Η Μελέτη με θέμα «Η διαδικασία μετακύλισης της τιμής στον ελληνικό αγροδιατροφικό τομέα: Η περίπτωση των οπωροκηπευτικών» πραγματεύεται ένα πολύ σοβαρό και επίκαιρο πρόβλημα της ελληνικής γεωργίας αλλά και της οικονομίας γενικότερα και αφορά την μετακύλιση των τιμών των αγροτικών προϊόντων και ιδιαίτερα των οπωροκηπευτικών. Η μετακύλιση αυτή άμεσα προσδιορίζει την ανταγωνιστικότητα των γεωργικών προϊόντων και τα γεωργικά εισοδήματα των παραγωγών που αποτελούν ζωτικά θέματα της αγροτικής οικονομίας αλλά και της ελληνικής οικονομίας.


Πιο συγκεκριμένα η μελέτη εξετάζει την ύπαρξη ασυμμετρίας στην μετακύλιση των τιμών. Η ασυμμετρία στις μεταβολές των τιμών κατά μήκος της αλυσίδας εμπορίου σημαίνει ότι η αντίδραση της τιμής σε ένα επίπεδο της αλυσίδας εξαρτάται από το αν η μεταβολή της τιμής είναι θετική (αύξηση) η αρνητική (μείωση). Ενώ αντίθετα συμμετρία σημαίνει ότι οι μεταβολές των τιμών θετικές ή αρνητικές μεταβιβάζονται στον ίδιο βαθμό και με την ίδια ταχύτητα από το ένα στάδιο εμπορίας στο άλλο.


Ως προς τα αγροτικά προϊόντα επικρατεί η άποψη ότι οι μεσάζοντες στην αλυσίδα τροφίμων χρησιμοποιούν τη δύναμη ελέγχου ή επηρεασμού της αγοράς για να μεταφέρουν τις αυξήσεις των τιμών γρηγορότερα και πληρέστερα από ότι τις μειώσεις. Σε πολλά δημοσιεύματα του ΥΠΑΑΤ και της ΠΑΣΕΓΕΣ διατυπώνεται η άποψη ότι η ψαλίδα μεταξύ τιμών παραγωγού και καταναλωτών διευρύνεται, και ενώ ο παραγωγός εισπράττει χαμηλότερες τιμές, ο καταναλωτής πληρώνει υψηλότερες που ξεπερνούν το πολλαπλάσιο της τιμής παραγωγού. Και όταν παρουσιάζεται μείωση των τιμών των αγροτικών προϊόντων λόγω υπερπροσφοράς ή εποχικότητας, δεν παρατηρούνται ανάλογες μειώσεις των τιμών στο επίπεδο του καταναλωτή, ενώ οι τυχόν αυξήσεις στις τιμές παραγωγού π.χ. λόγω κακοκαιρίας, μεταφέρονται άμεσα και πλήρως στον καταναλωτή.


Με βάση τον παραπάνω προβληματισμό, βασικός σκοπός της μελέτης είναι η εξέταση της διαδικασίας μετακύλισης των τιμών στον αγροδιατροφικό τομέα και ειδικότερα σε τρία νωπά προϊόντα (πατάτες, ντομάτες και πορτοκάλια) και σε τρεις ομάδες προϊόντων (νωπά φρούτα, φρέσκα λαχανικά και τρόφιμα), ώστε να διαπιστωθεί ο τρόπος και ο βαθμός που οι μεταβολές των τιμών μεταφέρονται από τον παραγωγό στο λιανοπωλητή ή και αντίθετα.

 

Η μετακύλιση των τιμών μπορεί να είναι θετική ή αρνητική. Αν η τιμή καταναλωτού αντιδρά πιο γρήγορα σε μια αύξηση της τιμής παραγωγού από ότι σε μια μείωση, τότε η μετακύλιση καλείται θετική και αντίθετα αρνητική. Η θετική μετακύλιση είναι κακή για τους καταναλωτές (γιατί οι αυξήσεις των τιμών των παραγωγών μεταφέρονται, ενώ οι μειώσεις δεν μετακυλίονται, πλήρως προς τον καταναλωτή), ενώ η αρνητική είναι καλή για τους καταναλωτές γιατί οι μειώσεις μετακυλίονται πλήρως ενώ οι αυξήσεις εν μέρει. Ποιοι παράγοντες οδηγούν στη μη συμμετρική μετακύλιση των τιμών. Η μελέτη αναφέρει πολλούς παράγοντες που αναφέρει η βιβλιογραφία όπως η ύπαρξη μη ανταγωνιστικών αγορών, δαπάνες προσαρμογής (κόστος διαχείρισης των μεταβολών των τιμών), οι πολιτικές παρέμβασης στις αγορές, τα χαρακτηριστικά των προϊόντων ιδιαίτερα η φθαρτότητα κλπ. Οι πιο βασικές αιτίες που χρησιμοποιούνται για να ερμηνεύσουν την ασυμμετρία των τιμών, σύμφωνα με τη μελέτη, είναι η δύναμη ελέγχου της αγοράς (market power) και τα κόστη προσαρμογής (adjustments costs).

 

Η δύναμη ελέγχου της αγοράς (market power) θεωρείται ως μία από τις κυριότερες αιτίες μη συμμετρικής μετακύλισης των τιμών. Οι παραγωγοί στην αρχή της αλυσίδας και οι καταναλωτές στο τέλος της θεωρούν ότι ο ατελής ανταγωνισμός (ολιγοπωλιακός ή ολιγοψωνιακός) που επικρατεί στα ενδιάμεσα στάδια εμπορίας και μεταποίησης επιτρέπει στους μεσάζοντες να πραγματοποιούν υπερβολικά κέρδη.


Το επιχείρημα για τις ασυμμετρίες στη μετακύλιση των τιμών στον κλάδο των τροφίμων στηρίζεται στο γεγονός ότι η δύναμη ελέγχου της αγοράς στο επίπεδο των παραγωγών είναι σχεδόν ανύπαρκτη αφού οι παραγωγοί γεωργικών προϊόντων δεν παρουσιάζουν κανένα σχεδόν βαθμό συγκέντρωσης (συλλογικής διαπραγμάτευσης). Αντίθετα υποστηρίζεται ότι οι ολιγοπωλιακοί μεταποιητές και διακινητές αντιδρούν γρηγορότερα στις μεταβολές που επηρεάζουν τα περιθώρια κέρδους τους συμβάλλοντας έτσι στη μη συμμετρική μεταβολή των τιμών. Επίσης σε ένα ολιγοπωλιακό λιανικό περιβάλλον, οι αυξήσεις των δαπανών τους συνήθως θα οδηγήσουν σε άμεση αύξηση των τιμών, καθώς τα περιθώρια λιανικής συμπιέζονται, ενώ αν μειωθούν οι δαπάνες τους δεν θα μετακυλίσουν οι μειώσεις αυτές στις τιμές, διατηρώντας έτσι υψηλότερα κέρδη.


Ο κλάδος των νωπών οπωροκηπευτικών, που χαρακτηρίζεται από μεγάλη φθαρτότητα και εποχικότητα στα προϊόντα του, αποτελεί σημαντικό κλάδο της ελληνικής γεωργίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, αντιπροσωπεύει το 30% του ακαθάριστου γεωργικού προϊόντος της χώρας, το 40% της ακαθάριστης αξίας της φυτικής παραγωγής, ενώ περίπου το 20% της παραγωγής προορίζεται για μεταποίηση. Ο κλάδος των οπωροκηπευτικών (νωπών και μεταποιημένων) είναι παραδοσιακά εξαγωγικός κλάδος, που συμβάλλει κατά 35% στη συνολική αξία των εξαγωγών γεωργικών προϊόντων. Επιπλέον το σύστημα εμπορίας των νωπών οπωροκηπευτικών παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των τιμών παραγωγού και καταναλωτού και προσδιορίζει τα γεωργικά εισοδήματα αλλά και την ευημερία των καταναλωτών.


Τα αποτελέσματα στις πατάτες δείχνουν ότι η σχέση είναι μονόδρομη από τον καταναλωτή στον παραγωγό και ότι οι μεταβολές των τιμών παραγωγού οφείλονται σε παράγοντες ζήτησης και όχι σε παράγοντες κόστους παραγωγής, βγαίνει το συμπέρασμα ότι ο παραγωγός βρίσκεται στην πιο αδύναμη θέση της εφοδιαστικής αλυσίδας. Επίσης τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η αγορά της πατάτας χαρακτηρίζεται από συμμετρική μετακύλιση τιμών. Τα ίδια ισχύουν για τις τομάτες αλλά υπάρχει συμμετρική μετακύλιση των μεταβολών των τιμών. Εδώ κανένας φορέας δεν διαθέτει δύναμη αγοράς και αυτή την περίπτωση ο παραγωγός βρίσκεται στην πιο αδύναμη θέση. Ως προς τα πορτοκάλια η σχέση τιμών είναι μονόδρομη από τον παραγωγό στον καταναλωτή και η αγορά χαρακτηρίζεται από μη συμμετρική μετακύλιση της τιμής. Οι αυξήσεις τιμών των παραγωγών μεταφέρονται στην κατανάλωση πιο γρήγορα από ότι οι μειώσεις των τιμών. Το γεγονός αυτό δηλώνει ότι οι παραγωγοί έχουν δύναμη αγοράς και ότι οι ενδεχόμενες αυξήσεις στις τιμές παραγωγού λόγω μεταβολών κόστους περνάνε γρηγορότερα στον καταναλωτή ενώ το αντίθετο συμβαίνει με τις μειώσεις. Στα φρούτα η σχέση είναι μονόδρομη από το επίπεδο καταναλωτή στο επίπεδο παραγωγού και η αγορά χαρακτηρίζεται από συμμετρική μετακύλιση τιμών όπως στις πατάτες και τις ντομάτες. Για τα τρόφιμα η σχέση είναι μονόδρομη από τους καταναλωτές προς τους παραγωγούς και η αγορά χαρακτηρίζεται από μη συμμετρική μετακύλιση της τιμής που σημαίνει ότι οι μειώσεις στις τιμές καταναλωτή μεταφέρονται πιο γρήγορα στους παραγωγούς από ότι οι αυξήσεις. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι οι παραγωγοί δεν έχουν δύναμη αγοράς με αποτέλεσμα οι ενδεχόμενες αυξήσεις κόστους παραγωγής να αργούν να περάσουν στις τιμές καταναλωτή, ενώ οι μειώσεις των τιμών του καταναλωτή να περνούν γρήγορα στον παραγωγό.

 

Βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι οι παραγωγοί οπωροκηπευτικών στην Ελλάδα δέχονται πιέσεις στις τιμές τους που ασκούνται από τις μεταβαλλόμενες συνθήκες στις αγορές των λιανοπωλητών και των καταναλωτών. Η τάση για υψηλή συγκέντρωση στο χώρο των επιχειρήσεων λιανικής πώλησης και των εκπτωτικών αλυσίδων σούπερ μάρκετς έχει ως συνέπεια την ενίσχυση του ρόλου τους στη διαμόρφωση των τιμών της αγοράς. Επίσης η αύξηση των ανταγωνιστικών πιέσεων από τις εισαγωγές επιδεινώνει την κατάσταση. Οι παραγωγοί από την πλευρά τους αδυνατούν να ανταποκριθούν στις πιεστικές αυτές συνθήκες, λόγω κατακερματισμού των δραστηριοτήτων τους και μικρού βαθμού συγκέντρωσης στην αγορά, λόγω έλλειψης τυποποίησης στα προϊόντα τους, έλλειψη πληροφόρησης και κυρίως εξαιτίας της έλλειψης συλλογικής δράσης στη διάθεση των προϊόντων (συχνά οι παραγωγοί σε τοπικό επίπεδο βρίσκονται ενώπιον ολιγοψωνιακών καταστάσεων εξ αιτίας του μικρού αριθμού χονδρεμπόρων). Συχνά τα οπωροκηπευτικά αγοράζονται από τους μεσάζοντες χωρίς τυποποίηση αλλά και ηρτημένα στο χωράφι. Εξαιτίας όλων αυτών των παραγόντων, οι παραγωγοί δεν διαθέτουν δύναμη αγοράς και βρίσκονται στην πιο αδύναμη θέση της εφοδιαστικής αλυσίδας.


Η βελτίωση της θέσης των παραγωγών μπορεί να επιτευχθεί με την ενίσχυση των Ομάδων Παραγωγών που μπορούν να συμβάλλουν στη συλλογική διάθεση των προϊόντων, στην τυποποίησή τους, στην βελτίωση της ποιότητάς τους, στην εφαρμογή τεχνικών μάνατζμεντ και προώθησης του μάρκετινγκ των οποροκηπευτικών, στην προβολή της ποιότητας και της αναγνωρισιμότητας των προϊόντων (ονομασία προέλευσης, γεωγραφική ένδειξη).

 

      • Ενίσχυση των Ομάδων παραγωγών
      • Τυποποίηση προϊόντων και προβολή της ποιότητας και αναγνωρισιμότητάς του.
      • Συλλογική διάθεση των προϊόντων από τις ομάδες παραγωγών.