Αρ. 121. DISABILITY AND LABOUR FORCE PARTICIPATION IN GREECE: A MICROECONOMETRIC ANALYSIS

N.C. Kanellopoulos. 2011. (Mε ελληνική περίληψη.)

 

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ το 2002 το 18,2% του πληθυσμού της Ελλάδας αντιμετωπίζει κάποιο χρόνιο πρόβλημα υγείας ή κάποια μορφή αναπηρίας. Αν και το ποσοστό ανεργίας για τα άτομα αυτά εμφανίζεται μικρότερο σε σχέση με το αντίστοιχο του γενικού πληθυσμού, το ποσοστό των μη οικονομικά ενεργών είναι εντυπωσιακά υψηλότερο (84%) σε σχέση με αυτό του γενικού πληθυσμού (58%). Αυτοί οι αριθμοί υπονοούν σοβαρές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής των ατόμων με χρόνια προβλήματα υγείας ή κάποια μορφή αναπηρίας και συγχρόνως επιβαρύνσεις στον Κρατικό Προϋπολογισμό με κονδύλια για συντάξεις ή επιδόματα αναπηρίας. Ενίσχυση της ενεργοποίησης αυτών των ατόμων και αξιοποίηση των παραγωγικών τους δυνατοτήτων στην αγορά εργασίας είναι προφανές ότι θα έχει θετική επίδραση τόσο στην οικονομική και κοινωνική τους ζωή, καθώς και στα οικονομικά του δημοσίου. Προς τούτο είναι χρήσιμο για τους σχεδιαστές της σχετικής πολιτικής, καθώς και για κάθε ενδιαφερόμενο, μεταξύ άλλων, να γνωρίζουν επακριβώς ποια και πόση είναι η επίδραση της αναπηρίας στην απόφαση για συμμετοχή στην αγορά εργασίας. Διαφορετικό μίγμα πολιτικής χρειάζεται να ακολουθηθεί αν η αναπηρία έχει έντονα αρνητικό αντίκτυπο στη συμμετοχή και διαφορετικό μίγμα αν έχει μικρή ή αμελητέα επίδραση.

Η ακριβής μέτρηση της επίδρασης της αναπηρίας στη συμμετοχή στην αγορά εργασίας δεν είναι μια απλή διαδικασία. Αρχικά, η συμμετοχή στην αγορά εργασίας είναι μια δυναμική διαδικασία και έτσι άτομα που ήδη συμμετέχουν έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να συμμετέχουν και στο μέλλον. Επιπλέον, πέρα από τα παρατηρούμενα και καταγραμμένα χαρακτηριστικά των ατόμων (φύλο, ηλικία, εκπαίδευση, οικογενειακή κατάσταση) υπάρχουν και ορισμένα απαρατήρητα χαρακτηριστικά, τα οποία μπορεί να επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά την απόφασή για συμμετοχή στην αγορά εργασίας. Εάν αυτά δε ληφθούν υπόψη και δεν χρησιμοποιηθούν κατάλληλες οικονομετρικές τεχνικές , τότε θα υπάρχει σφάλμα στη μέτρηση της επίδρασης των προβλημάτων υγείας στη συμμετοχή στην αγορά εργασίας και πιθανόν λάθος προτάσεις πολιτικής.

Είναι λογικό ότι διαστρωματικά στοιχεία, όπως τα παραπάνω της ΕΛΣΤΑΤ, δεν προσεγγίζουν ούτε το δυναμικό χαρακτήρα της συμμετοχής στην αγορά εργασίας ούτε την απαρατήρητη ετερογένεια των ατόμων, μιας και αποτυπώνουν ένα στιγμιότυπο από τη ζωή τους. Σε αυτή την περίπτωση χρονικά επαναλαμβανόμενα διαστρωματικά στοιχεία (longitudinal data) προσφέρουν περισσότερα πλεονεκτήματα, αφού επιτρέπουν τη χρήση πιο πολύπλοκων υποδειγμάτων, τα οποία μπορούν να εξετάσουν διαδικασίες οι οποίες είναι εκ φύσεως δυναμικές αλλά και να ελέγξουν για κάθε μορφή ετερογένειας, παρατηρούμενης ή μη. Στην παρούσα εργασία χρησιμοποιούνται τα ελληνικά στοιχεία από το ευρωπαϊκό πάνελ (European Community Household Panel – ECHP) για τα έτη 1994-2001.

Για την ανάλυση της πιθανότητας συμμετοχής στην αγορά εργασίας χρησιμοποιούνται διάφορα υποδείγματα probit. Αρχικά χρησιμοποιείται ένα διαστρωματικό στατικό probit. Στη συνέχεια το υπόδειγμα εμπλουτίζεται, περιλαμβάνοντας μια δυναμική σχέση μεταξύ τωρινής και προηγούμενης συμμετοχής. Ακολούθως το δυναμικό υπόδειγμα εκτιμάται λαμβάνοντας υπόψη την απαρατήρητη ετερογένεια (unobserved heterogeneity) με τις κατάλληλες τεχνικές τυχαίων επιδράσεων (random effects). Τέτοια δυναμικά υποδείγματα τυχαίων επιδράσεων, παρόλα τα πλεονεκτήματά τους στην πληρότητα μέτρησης, παρουσιάζουν το πρόβλημα των αρχικών συνθηκών (initial conditions). Προκειμένου να αντιμετωπιστεί αυτό και τα αποτελέσματα να μην είναι μεροληπτικά, εκτιμώνται υποδείγματα που διορθώνουν το πρόβλημα των αρχικών συνθηκών όπως αυτά προτάθηκαν από τους Heckman, Orme και Wooldridge.

Τα προβλήματα αναπηρίας ομαδοποιούνται σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με το πόσο σοβαρή επίδραση ασκούν στις καθημερινές δραστηριότητες των ατόμων. Από τις εκτιμήσεις προκύπτει ότι η επίδρασή τους στην πιθανότητα συμμετοχής στην αγορά εργασίας είναι αρνητική και αυξάνεται (σε απόλυτα μεγέθη) όσο εντείνεται το μέγεθος των προβλημάτων. Ειδικότερα, η επίδραση των προβλημάτων αναπηρίας κυμαίνεται από -9,4% έως -47,4% στο στατικό υπόδειγμα. Όταν ωστόσο συνυπολογίζεται η δυναμική φύση της συμμετοχής η επίδραση μειώνεται σε -9,5% έως -34%. Όταν επιπλέον η απαρατήρητη ετερογένεια λαμβάνεται υπόψη η αρνητική επίπτωση μειώνεται μεταξύ -6% και -20%. Οι δε αρχικές συνθήκες είναι πάντοτε ενδογενείς, δεν επηρεάζουν ωστόσο το μέγεθος της επίδρασης των προβλημάτων υγείας στη συμμετοχή, όπως κάνουν στις υπόλοιπες ανεξάρτητες μεταβλητές. Συνοπτικά προκύπτει ότι η μη σωστή μέτρηση, με τη χρήση κατάλληλων οικονομετρικών υποδειγμάτων, φαίνεται ότι υπερεκτιμά την επίδραση των προβλημάτων αναπηρίας στην απόφαση για συμμετοχή στην αγορά εργασίας.

Σε όλα τα εκτιμημένα μοντέλα, συμμετοχή στην αγορά εργασίας κατά την προηγούμενη περίοδο αυξάνει τη πιθανότητα συμμετοχής κατά την τρέχουσα περίοδο. Η επίδραση αυτή κυμαίνεται από 36,5% έως 41,7% καταδεικνύοντας ότι υπάρχει genuine state dependence. Όσον αφορά τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά των ατόμων φαίνεται ότι συστηματικά η ηλικία και η εκπαίδευση αυξάνουν την πιθανότητα συμμετοχής, ενώ το να ζει κάποιος στην Αττική και να είναι παντρεμένος τη μειώνουν. Είναι ενδιαφέρον ότι η ύπαρξη μικρών παιδιών στο νοικοκυριό είναι στατιστικά ασήμαντη, ενώ το ύψος του εισοδήματος που δεν προέρχεται από εργασία έχει αρνητική επίδραση, η οποία ωστόσο εκδηλώνεται μόνο μέσω της απαρατήρητης ετερογένειας.

 

(pdf)