15 Δεκεμβρίου 2025

Εκδήλωση του Ινστιτούτου Δημοσιονομικών και Οικονομικών Μελετών (ΙΔΟΜ) με την υποστήριξη της Ελληνικής Ένωσης Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΕΛΕΤΕΑ), με θέμα: «Μεταρρύθμιση του Συνταξιοδοτικού: Για ένα σύγχρονο και ανθεκτικό σύστημα συντάξεων στην Ελλάδα»

 

Στο πλαίσιο του έργου «Μεταρρύθμιση του Συνταξιοδοτικού: Για ένα σύγχρονο και ανθεκτικό σύστημα συντάξεων στην Ελλάδα», πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα τρία κλειστά θεματικά workshops με στόχο την εμβάθυνση σε κρίσιμες πτυχές του δημογραφικού και του συνταξιοδοτικού συστήματος. Στα workshops συμμετείχαν εκ μέρους του ΚΕΠΕ οι ερευνητές Δρ. Νικόλαος Κανελλόπουλος, Δρ. Ιωάννης Χολέζας και Δρ. Χρήστος Χρυσανθακόπουλος, κατόπιν σχετικής πρόσκλησης του ΙΔΟΜ. Κατά τη διάρκεια των workshops παρουσιάστηκαν σύγχρονες προσεγγίσεις, διεθνείς πρακτικές και αναλυτικά εργαλεία που μπορούν να αξιοποιηθούν για την ενίσχυση της βιωσιμότητας και της ανθεκτικότητας του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος.

Το πρώτο workshop επικεντρώθηκε στις σύγχρονες δημογραφικές τάσεις και στις προκλήσεις που αυτές δημιουργούν για τη μελλοντική βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Υπολογίζεται ότι η Ελλάδα αναμένεται να απωλέσει περίπου 2,5 εκατ. άτομα ηλικίας 20–65 ετών έως το 2070, εξέλιξη που καθιστά αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Στο πλαίσιο αυτό συζητήθηκαν προτάσεις πολιτικής, μεταξύ των οποίων η στοχευμένη οικονομική μετανάστευση για την κάλυψη κενών θέσεων εργασίας και την ενίσχυση της παραγωγικότητας, με την επισήμανση ότι αποτελεί κυρίως βραχυπρόθεσμη λύση. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε σε κοινωνικές πολιτικές που αποσκοπούν στην αύξηση των γεννήσεων, με μέτρα χαμηλού κόστους και υψηλής αποτελεσματικότητας για την ενίσχυση της οικογένειας, καθώς και στη στεγαστική κρίση ως παράγοντα που αποθαρρύνει τη δημιουργία νέων νοικοκυριών. Τέλος, συζητήθηκε η ανάγκη προώθησης ιδιωτικών επενδύσεων, τομέας στον οποίο η Ελλάδα υστερεί σημαντικά, ενώ τονίστηκαν μεταρρυθμιστικές προσεγγίσεις που αφορούν την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, τον περιορισμό των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων, τον αποτελεσματικό σχεδιασμό μετάβασης σε κεφαλαιοποιητικό σύστημα και την ενίσχυση του ρόλου των ταμείων επαγγελματικής ασφάλισης.

Το δεύτερο workshop, συνεχίζοντας τη γόνιμη συζήτηση του προηγούμενου, εστίασε στον ρόλο και την ανάπτυξη του 2ου και 3ου πυλώνα του ασφαλιστικού συστήματος. Επισημάνθηκε ότι, όταν το τρέχον σύστημα απονομής συντάξεων ωριμάσει, το ποσοστό αναπλήρωσης της εθνικής σύνταξης θα είναι πολύ χαμηλότερο από ό,τι ισχύει σήμερα και, συνεπώς, είναι σκόπιμο οι ασφαλισμένοι να μπορούν να καλύψουν τις απώλειές τους μέσω της συμμετοχής τους σε επαγγελματικά ταμεία ή/και ιδιωτικά συνταξιοδοτικά προγράμματα. Εντούτοις, και οι δύο πυλώνες βρίσκονται ακόμη σε πολύ πρώιμο στάδιο ανάπτυξης, εν μέρει εξαιτίας νομοθετικών ασαφειών. Στο πλαίσιο αυτό, τονίστηκε ότι, για να αναπτυχθεί ο 2ος πυλώνας, είναι σκόπιμο να δοθούν φορολογικά κίνητρα, να συσταθούν πολυεργοδοτικά ταμεία, να θεσπιστεί η αυτόματη εγγραφή με δυνατότητα opt-out και να απλουστευθεί το θεσμικό πλαίσιο ίδρυσης και λειτουργίας των επαγγελματικών ταμείων. Επίσης, σχολιάστηκε ότι η λειτουργία του 1ου πυλώνα επηρεάζει τη συμμετοχή στους άλλους δύο, καθώς περιορίζει το διαθέσιμο περιθώριο συμμετοχής. Τέλος, επισημάνθηκε η ανάγκη ενίσχυσης του οικονομικού εγγραμματισμού και της σχετικής εκπαίδευσης, προκειμένου οι ασφαλισμένοι να κατανοήσουν την ωφέλεια από τη συμμετοχή τους στον 2ο και 3ο πυλώνα ασφάλισης και να είναι σε θέση να επιλέξουν την επενδυτική λύση που ανταποκρίνεται στις δικές τους προτιμήσεις και προτεραιότητες.

Το τρίτο workshop επικεντρώθηκε στα πεπερασμένα όρια του κυρίαρχου διανεμητικού συστήματος και στην ανάγκη μελετημένης μετάβασης σε ένα κεφαλοποιητικό σύστημα. Σε αυτό το πλαίσιο παρουσιάστηκε το μοντέλο Μπήτρου, το οποίο προβλέπει τη σταδιακή μείωση της ανάγκης δημόσιας χρηματοδότησης του ασφαλιστικού συστήματος τα επόμενα 25-30 έτη στο μέσο όρο του ΟΟΣΑ με τα αποθεματικά του 1ου πυλώνα να διατίθενται προς διαχείριση (όχι χρήση) στους ασφαλισμένους που φτάνουν στην ηλικία των 45 ετών. Η κριτική επικεντρώθηκε στη γενναία υπόθεση για ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης κοντά στο 3% και για αποτελεσματική πολιτική διαχείριση, αλλά και στις πιθανές επιπτώσεις από τη μετατροπή αφανούς χρέους (υποχρέωση καταβολής συντάξεων στο μέλλον) σε φανερό (υποχρέωση καταβολής αποθεματικών τα επόμενα έτη). Σημειώθηκε, ακόμη, ότι η μετάβαση σε ένα κεφαλοποιητικό σύστημα δεν θα λύσει αυτόματα όλα τα προβλήματα, ενώ υπογραμμίστηκε ότι η έλλειψη εμπιστοσύνης στην ελληνική κοινωνία μπορεί να θέσει σοβαρά εμπόδια σε ένα τέτοιο σύστημα.

Η συζήτηση άγγιξε και άλλα ζητήματα που σχετίζονται με το ασφαλιστικό σύστημα, όπως το δημογραφικό και οι αυξημένες ανάγκες παροχής φροντίδας στους ηλικιωμένους που συνεπάγεται, οι χαμηλές επενδύσεις εν μέρει εξαιτίας της εκτροπής πόρων στις συντάξεις, η φυγή των νέων που δεν επιθυμούν να σηκώσουν το βάρος ενός διανεμητικού συστήματος που οδεύει προς αδιέξοδο, το υψηλό δημόσιο χρέος που δεν επιτρέπει τίποτε άλλο πέρα από την χρηματοδότηση του συνταξιοδοτικού κενού με φόρους, τη φοροδιαφυγή και την εισφοροδιαφυγή που επιδεινώνουν το πρόβλημα. Ακόμη, έγινε λόγος και για κρίσεις που προέκυψαν τα τελευταία χρόνια και πρέπει επίσης να τις διαχειριστεί η πολιτική ηγεσία, όπως η κλιματική, η ενεργειακή, αλλά και η ανάγκη ενίσχυσης των δαπανών για την άμυνα. Προτάσεις για την επιβράδυνση της διόγκωσης των προβλημάτων του ασφαλιστικού συστήματος περιλάμβαναν την αύξηση της συμμετοχής των γυναικών και των συνταξιούχων στην αγορά εργασίας και τη χάραξη μεταναστευτικής πολιτικής με συγκεκριμένη στόχευση. Όλες εμφανίζουν μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα που πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά.