ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2025

Εθνικό Συμβούλιο Παραγωγικότητας. 2025. | ISSN 2732-9305 (Έντυπο) ISSN: 2732-9313 (Ηλεκτρονικό)

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών στις οποίες το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε ταχύτερα (2,3%) από τον μέσο όρο των χωρών της Ευρωζώνης (ΕΖ19) και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ27) (0,85% και 1,02%, αντίστοιχα) κατά την περίοδο 2023-2024. Εκτός από τη μείωση της ανεργίας και την αύξηση του ποσοστού συμμετοχής, η οικονομική δραστηριότητα στη χώρα ενισχύθηκε σημαντικά από την αύξηση της αποδοτικότητας, τις επενδύσεις υψηλότερης ποιότητας και την αύξηση της παραγωγικότητας του κεφαλαίου, σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη. Συγκεκριμένα, το 2024, σε σύγκριση με το 2023, παρατηρούνται ελαφρές βελτιώσεις σε όλους τους δείκτες παραγωγικότητας, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγικότητας της εργασίας σε όρους ΑΕΠ ανά εργαζόμενο (1%) καθώς και ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας (0,77%). Αντίθετα, η ΕΖ19 και η ΕΕ27 παρουσίασαν −κατά μέσο όρο− μηδενική ή αρνητική αύξηση παραγωγικότητας και πολύ μικρή αύξηση παραγωγικότητας, αντίστοιχα, μεταξύ 2023-2024, ήτοι, για την παραγωγικότητα εργασίας σε όρους ΑΕΠ ανά εργαζόμενο 0% και 0,29%, και για την παραγωγικότητα εργασίας σε όρους ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας -0,16% και 0,34%, αντίστοιχα.

Η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να σημειώσει συνολική αύξηση 2,3% σε όρους ΑΕΠ ανά εργαζόμενο και 2,0% σε όρους ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας το 2026, σε σύγκριση με το 2024. Η αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας στην ΕΖ19 και την ΕΕ27 αναμένεται να είναι βραδύτερη από την Ελλάδα κατά την ίδια περίοδο (2024-2026), δηλαδή 1,6% και 1,2% σε όρους ΑΕΠ ανά εργαζόμενο και 1,3% και 0,6% σε όρους ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας, αντίστοιχα. Ωστόσο, αυτές οι βελτιώσεις δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ουσιαστική σύγκλιση με την Ευρώπη. Συγκεκριμένα, το 2024, το ελληνικό ΑΕΠ ανά εργαζόμενο παρέμεινε στο 52% περίπου του μέσου όρου της ΕΖ19 και στο 57% του μέσου όρου της ΕΕ27, ενώ το ελληνικό ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας ήταν ακόμη χαμηλότερο, δηλαδή, 46% του μέσου όρου της ΕΖ19 και 40% του μέσου όρου της ΕΕ27. Αυτά τα χάσματα παραγωγικότητας δεν αναμένεται να μεταβληθούν ουσιαστικά κατά τη διάρκεια του 2025 και του 2026.

Επίσης, η συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής (TFP) της ελληνικής οικονομίας το 2024 αυξήθηκε κατά 1,1 % σε σύγκριση με το 2023, ενώ η ανοδική της τάση παραμένει μέτρια και σταθερή. Από το 2022 έως το 2024, η ένταση κεφαλαίου συμβάλλει μόνο οριακά στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, δείχνοντας στασιμότητα ή υποαξιοποίηση του νέου κεφαλαίου, καθώς και την ανάγκη βελτίωσης της ποιότητας των επενδύσεων, ώστε να μεταφραστούν σε απτές βελτιώσεις της παραγωγικότητας. Επιπλέον, η παραγωγικότητα του κεφαλαίου δείχνει σημάδια ομαλοποίησης, με αύξηση 1,5 % το 2024, γεγονός που σημαίνει αποδοτικότερη χρήση του φυσικού κεφαλαίου στην παραγωγική διαδικασία, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερη συνολική οικονομική ανάπτυξη και να συμβάλει στην άμβλυνση των επιπτώσεων της έλλειψης εργατικού δυναμικού.

Αυτές οι τάσεις παραγωγικότητας υπογραμμίζουν την ανάγκη να επιταχυνθεί η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την εγχώρια παραγωγική ικανότητα και διορθώνουν δομικές ανισορροπίες, οι οποίες περιορίζουν τη βιώσιμη ανάπτυξη και την ανθεκτικότητα της χώρας σε εξωτερικές διαταραχές. Η συνεχιζόμενη δημοσιονομική εξυγίανση, η μείωση του δείκτη χρέους προς ΑΕΠ και το σημαντικό πλεόνασμα, το οποίο αποδίδεται τόσο στη μείωση των δημόσιων δαπανών (κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ σε σχέση με το προηγούμενο έτος) όσο και στην αύξηση των δημόσιων εσόδων (κατά 1,1 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ), θα διευκολύνουν τις επενδύσεις σε τεχνολογία και καινοτομία σε στρατηγικούς τομείς (π.χ., γεωργία, πρώτες ύλες, άμυνα, καθαρή ενέργεια και βιοοικονομία), με στόχο τη μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα αγαθά. Επίσης, θα συμβάλλουν στη βελτίωση του συστήματος εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης, ώστε να εξοπλιστεί το εργατικό δυναμικό με δεξιότητες που απαιτούνται στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας και σε άλλους προηγμένους τομείς.

Η Ελλάδα παρουσιάζει σημαντική μείωση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης και παραμένει κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα και από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Κατά την περίοδο 2007-2023, κατατάσσεται μεταξύ των χωρών με τα υψηλότερα επίπεδα δημόσιων δαπανών (ως % του ΑΕΠ) και τα χαμηλότερα επίπεδα αποδοτικότητας των δαπανών αυτών. Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν διαρθρωτικές αδυναμίες στην παροχή υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης, την εφαρμογή πολιτικών και τη διαχείριση δημόσιων δαπανών. Οι πολιτικές προσπάθειες θα πρέπει να εστιαστούν στην ενίσχυση της διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών μέσω της υιοθέτησης προϋπολογισμού βάσει αποτελεσμάτων, της ενίσχυσης της διαφάνειας και της ενδυνάμωσης της λογοδοσίας στην κατανομή και τη χρήση των δημόσιων πόρων.

Όσον αφορά την αποδοτικότητα της Έρευνας και Ανάπτυξης (Ε&Α), η Ελλάδα παρουσίασε ανοδική τάση κατά την τελευταία δεκαετία, ενισχύοντας το εθνικό οικοσύστημα Ε&Α, το οποίο υποστηρίζεται από σημαντική χρηματοδότηση του δημόσιου τομέα και ένα αυξανόμενο εργατικό δυναμικό στον τομέα της Ε&Α. Ωστόσο, εξακολουθεί να υστερεί σε σχέση με τους μέσους όρους της ΕΕ και της ΕΖ όσον αφορά την ένταση της Ε&Α και τις κατά κεφαλήν δαπάνες για Ε&Α, ενώ ο επιχειρηματικός τομέας παραμένει υπολειτουργικός. Αυτό αντικατοπτρίζεται στα χαμηλότερα επίπεδα έντασης Ε&Α των επιχειρήσεων και στο συγκριτικά μικρότερο μερίδιο του προσωπικού Ε&Α και των ερευνητών. Ενώ η επιστημονική παραγωγή σε σχέση με τις δαπάνες Ε&Α –που μετράται μέσω δημοσιεύσεων και ετεροαναφορών– είναι συγκριτικά ισχυρή, η μετατροπή της γνώσης σε διπλώματα ευρεσιτεχνίας και εξαγωγές υψηλής τεχνολογίας παραμένει ιδιαίτερα αδύναμη, με την Ελλάδα να κατατάσσεται κοντά στο τέλος της κατάταξης των κρατών μελών της ΕΕ27 όσον αφορά αυτούς τους δείκτες. Το σχετικά υψηλό μερίδιο του προσωπικού Ε&Α στα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, σε συνδυασμό με τη χαμηλή συμμετοχή του επιχειρηματικού τομέα σε δραστηριότητες Ε&Α, υποδηλώνει ένα οικοσύστημα καινοτομίας που είναι σε μεγάλο βαθμό ακαδημαϊκό και καθοδηγείται από τον δημόσιο τομέα, αλλά λιγότερο ενοποιημένο με την καινοτομία και την εμπορευματοποίηση του ιδιωτικού τομέα.

Όσον αφορά την ψηφιοποίηση, παρά τις σημαντικές προσπάθειες της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία έτη, ιδίως μετά την εμφάνιση της πανδημίας COVID-19, η Ελλάδα υστερεί σημαντικά σε σχέση με τους περισσότερους εταίρους της ΕΕ στην ψηφιακή ανταγωνιστικότητα. Σύμφωνα με την κατάταξη IMD World Competitiveness (έκδοση 2025), η ψηφιακή ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας βελτιώθηκε κατά τρεις θέσεις (σε σύγκριση με την έκδοση 2024), καταλαμβάνοντας την 49η θέση μεταξύ 67 οικονομιών και την 23η μεταξύ των 26 χωρών της ΕΕ (εκτός της Μάλτας). Επιπλέον, σύμφωνα με τον Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας (DESI), ενώ η ψηφιοποίηση του δημόσιου τομέα έχει προχωρήσει, η Ελλάδα κατατάσσεται 21η και 22η στις ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, αντίστοιχα.

Η Ελλάδα έχει χάσει έδαφος στη συνολική ανταγωνιστικότητα και κατατάσσεται 50ή μεταξύ 69 οικονομιών παγκοσμίως και 22η μεταξύ των 26 κρατών μελών της ΕΕ27 που περιλαμβάνονται στην κατάταξη IMD World Competitiveness (η Μάλτα δεν περιλαμβάνεται). Η μεγαλύτερη πτώση παρατηρείται στην επιχειρηματική αποδοτικότητα, όπου η Ελλάδα υποχώρησε κατά εννέα θέσεις (53η από την 44η θέση στην έκδοση του 2024) και κατά τρεις θέσεις σε σύγκριση με την ΕΕ26 (κατατάσσεται 20ή από την 17η θέση στην έκδοση του 2024). Έχασε επίσης έδαφος στην οικονομική αποτελεσματικότητα (στην 22η θέση, έχασε μία θέση), ενώ παρέμεινε στην ίδια θέση στην κυβερνητική αποδοτικότητα (22η) και τις υποδομές (40ή), σε σύγκριση με την ΕΕ26. Η αδυναμία της Ελλάδας σε θέματα αποτελεσματικότητας της κυβέρνησης και των επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με τους αδύναμους θεσμούς και τις βαριές ρυθμίσεις, εμποδίζει την ικανότητά της να προσελκύσει τόσο εγχώριες όσο και ξένες άμεσες επενδύσεις, με αποτέλεσμα τη χαμηλή παραγωγικότητα των επιχειρήσεων, τη χαμηλή συνολική παραγωγή και εξαγωγές, καθώς και τη χαμηλή ψηφιακή ανταγωνιστικότητα.

Σύμφωνα με τον δείκτη ωριμότητας της κυβέρνησης για την τεχνητή νοημοσύνη, η Ελλάδα στον τομέα της τεχνολογίας κατατάσσεται 16η στην ΕΕ27 και στον πυλώνα των δεδομένων και των υποδομών κατατάσσεται 22η. Ωστόσο, η χαμηλή της απόδοση στον πυλώνα της κυβέρνησης (συμπεριλαμβανομένων του οράματος, της διακυβέρνησης και της ηθικής, της ψηφιακής ικανότητας και της προσαρμοστικότητας) (26η) μειώνει τη συνολική της κατάταξη στην ίδια θέση (26η), ενώ υποχωρεί και στη βαθμολογία της το 2024, παρά τη βελτίωση μεταξύ 2020-2023. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η Ελλάδα έχει πολύ καλές επιδόσεις στις δημοσιεύσεις για την τεχνητή νοημοσύνη, καθώς κατατάσσεται 5η σε ποσοστό δημοσιεύσεων για την τεχνητή νοημοσύνη (12,7%) και 12η σε αριθμό δημοσιεύσεων για την τεχνητή νοημοσύνη.

Έμφαση πρέπει να δοθεί στις ψηφιακές τεχνολογικές δεξιότητες και την ψηφιακή εκπαίδευση των εργαζομένων, και στην προσέλκυση προσωπικού υψηλής ειδίκευσης από το εξωτερικό, παράλληλα με την αναστροφή της «διαρροής εγκεφάλων» (brain drain). Η νομοθεσία για την επιστημονική έρευνα πρέπει επίσης να βελτιωθεί, ώστε να ενθαρρύνεται η καινοτομία και να μεταρρυθμιστεί το νομικό περιβάλλον, με στόχο την καλύτερη υποστήριξη της ανάπτυξης και της εφαρμογής της τεχνολογίας. Οι ελληνικές εταιρείες πρέπει να γίνουν πιο ευέλικτες και να βελτιώσουν την ικανότητά τους να χρησιμοποιούν μεγάλα δεδομένα και αναλυτικά στοιχεία για να υποστηρίξουν τη λήψη αποφάσεων και να αντιμετωπίσουν επαρκώς τα ζητήματα κυβερνοασφάλειας. Τέλος, η Ελλάδα συμμετέχει με το «Pharos» σε ένα από τα πρώτα δεκατρία «εργοστάσια» τεχνητής νοημοσύνης στην Ευρώπη και στοχεύει στη δημιουργία συνεργειών με σχετικές πρωτοβουλίες της ΕΕ27 που υποστηρίζουν τον ψηφιακό μετασχηματισμό, συμπεριλαμβανομένων των Ευρωπαϊκών Κέντρων Ψηφιακής Καινοτομίας, των Χώρων Δεδομένων, και των Εθνικών Κέντρων Ικανοτήτων.

Στην Ελλάδα, τα σημαντικά ποσοστά αύξησης της προστιθέμενης αξίας στον τομέα της μεταποίησης τα τελευταία έτη έχουν οδηγήσει σε μια μικρή βελτίωση του μεριδίου της μεταποίησης στο ελληνικό ΑΕΠ. Με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία, το μερίδιο της προστιθέμενης αξίας της μεταποίησης στο ΑΕΠ ανέρχεται σε 8,7% στην Ελλάδα, έναντι 14% κατά μέσο όρο στην ΕΕ27. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος να διανυθεί για την επίτευξη της σύγκλισης, όπως προβλέπεται στον αντίστοιχο στόχο της Εθνικής Βιομηχανικής Στρατηγικής για το έτος 2030 (μερίδιο έως 15%). Η Εθνική Βιομηχανική Στρατηγική και το Σχέδιο Δράσης για την Ελλάδα αποσκοπούν στη διευκόλυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού των βιομηχανικών επιχειρήσεων, τη στήριξη της πράσινης μετάβασης, την ανάπτυξη των ανθρώπινων πόρων και των δεξιοτήτων, την ενίσχυση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και τη βελτίωση της ανθεκτικότητας του ελληνικού βιομηχανικού τομέα.

Η εφαρμογή της στρατηγικής λαμβάνει σημαντική στήριξη από κονδύλια που διατίθενται μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ). Συγκεκριμένα, οι βασικές μεταρρυθμίσεις που επιδιώκονται στο πλαίσιο του ΤΑΑ αφορούν την ψηφιοποίηση των διαδικασιών, τον χωροταξικό σχεδιασμό των βιομηχανικών πάρκων και άλλων τομεακών δραστηριοτήτων, και ένα νέο φιλικό επενδυτικό κανονιστικό πλαίσιο για τη δέσμευση, αξιοποίηση και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα (CO2), με σκοπό την εξισορρόπηση των CO2 των βαριών βιομηχανικών εγκαταστάσεων. Επιπλέον, τα εμβληματικά προγράμματα διαρθρωτικών επενδύσεων για τη βιομηχανία που χρηματοδοτούνται μέσω του ΤΑΑ περιλαμβάνουν τα προγράμματα «Νέα Βιομηχανικά Πάρκα», «Έξυπνη Βιομηχανία» και «Produc-e Green». Τέλος, στο πλαίσιο της νέας αμυντικής στρατηγικής της ΕΕ, οι μεταρρυθμίσεις στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία περιλαμβάνουν το Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας και την αναθεώρηση της Εθνικής Αμυντικής Βιομηχανικής Στρατηγικής της Ελλάδας με σκοπό την προώθηση των δυνατοτήτων της αμυντικής βιομηχανίας της χώρας και την ενθάρρυνση διεθνών συνεργειών.


Ετήσια Έκθεση