Αρ. 88. SECTORAL AND REGIONAL MULTIPLIER VALUES OF THE GREEK ECONOMY

N. Rodousakis, T. Tsekeris | ISBN: 978-960-341-155-0 (Έντυπο) ISBN: 978-960-341-156-7 (Ηλεκτρονικό)

Η παρούσα εργασία παρέχει μια συστηματική και θεωρητικά τεκμηριωμένη ανάλυση των περιφερειακών πολλαπλασιαστών εισροών-εκροών (input-output multipliers) για την ελληνική οικονομία, με στόχο να συμβάλει στον σχεδιασμό στοχευμένων και αποτελεσματικών αναπτυξιακών πολιτικών σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Η ανάλυση βασίζεται στη μεθοδολογία των πινάκων εισροών-εκροών, η οποία αναγνωρίζεται διεθνώς ως το πλέον κατάλληλο εργαλείο για την αποτύπωση των τεχνικών σχέσεων μεταξύ των παραγωγικών κλάδων και για την εκτίμηση των πολλαπλασιαστικών επιδράσεων λόγω μεταβολών στη ζήτηση.

Το υπόδειγμα εισροών-εκροών έχει ως πλεονέκτημα τη σταθερότητα και τη συστηματική καταγραφή της διάρθρωσης της οικονομίας, αποφεύγοντας προβλήματα που χαρακτηρίζουν τις οικονομετρικές προσεγγίσεις, όπως η ευαισθησία σε διαρθρωτικές μεταβολές και η αναξιοπιστία των πρόσφατων δεδομένων. Μέσω της κατασκευής πινάκων εισροών-εκροών, επιτυγχάνεται η απεικόνιση των ενδιάμεσων και τελικών συναλλαγών, η κατανομή των πληρωμών στους συντελεστές παραγωγής και η καταγραφή εισαγωγών, με τρόπο που επιτρέπει την εκτίμηση του ΑΕΠ ανά κλάδο και την κατανόηση της δομής της παραγωγής και της ζήτησης.

Η εργασία αναδεικνύει τη σημασία της περιφερειοποίησης της ανάλυσης εισροών-εκροών, δεδομένων των έντονων και διαρκών περιφερειακών ανισοτήτων που παρατηρούνται στην Ελλάδα, σε όρους παραγωγικότητας, απασχόλησης και εισοδήματος. Οι περιφερειακοί πολλαπλασιαστές επιτρέπουν την εκτίμηση της ικανότητας κάθε περιφέρειας να ανταποκρίνεται σε αυξήσεις της τελικής ζήτησης, ενισχύοντας το ΑΕΠ, την απασχόληση και την παραγωγικότητα. Η γνώση αυτή είναι κρίσιμη για την προτεραιοποίηση επενδύσεων και τον σχεδιασμό πολιτικών περιφερειακής σύγκλισης και συνοχής.

Η μέχρι σήμερα βιβλιογραφία για την περιφερειακή ανάλυση εισροών-εκροών στην Ελλάδα είναι περιορισμένη και επικεντρωμένη κυρίως σε αξιολογήσεις επενδυτικών σχεδίων και αγροτικών πολιτικών σε επιλεγμένες περιφέρειες. Οι περισσότερες μελέτες χρησιμοποιούν απλές τεχνικές περιφερειοποίησης βάσει απλών διανεμητικών πηλίκων (location quotients) και στηρίζονται στην παραδοσιακή προσέγγιση του αντίστροφου πίνακα Leontief. Αντίθετα, η παρούσα εργασία υιοθετεί μια προηγμένη μεθοδολογική προσέγγιση περιφερειοποίησης, βασισμένη στον εμπλουτισμένο διανεμητικό πηλίκο διακλαδικών σχέσεων του Flegg (FLQ), που λαμβάνει υπόψη το μέγεθος της αγοράς και την παραγωγική εξειδίκευση.

Η ανάλυση βασίζεται στον εθνικό πίνακα εισροών-εκροών του 2015 και εισάγει την έννοια της ανοικτής οικονομίας, επιτρέποντας την εκτίμηση των πολλαπλασιαστών παραγωγής, απασχόλησης και παραγωγικότητας για το σύνολο των περιφερειών της χώρας. Οι εκτιμήσεις είναι συνεπείς θεωρητικά και επιτρέπουν τη σύγκριση μεταξύ περιφερειών και μεταξύ κλάδων, αποτυπώνοντας με ακρίβεια τη διάρθρωση της παραγωγικής βάσης.

Η εργασία διατυπώνει και εξετάζει ερευνητικές υποθέσεις σχετικά με την ύπαρξη σημαντικής χωρικής και κλαδικής ετερογένειας στους πολλαπλασιαστές, καθώς και την επίδραση των εισαγωγών στην παραγωγική δυνατότητα των περιφερειών. Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από έντονες ανισομετρίες, οι οποίες συσχετίζονται με τις διαφοροποιήσεις στη δομή της παραγωγής, την εξάρτηση από τις εισαγωγές, και στη θέση των περιφερειών στον εθνικό παραγωγικό ιστό.

Με βάση τις εκτιμήσεις των πολλαπλασιαστών, οι περιφέρειες κατατάσσονται σε τέσσερις βασικές ομάδες. Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει τις νησιωτικές περιφέρειες του Νοτίου Αιγαίου, του Βορείου Αιγαίου και των Ιονίων Νήσων, οι οποίες εμφανίζουν τους υψηλότερους πολλαπλασιαστές παραγωγής, γεγονός που τις καθιστά ξεχωριστές οικονομικές ενότητες. Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει τη Δυτική Ελλάδα, την Αττική, την Πελοπόννησο και την Κρήτη, με σχετικά υψηλούς πολλαπλασιαστές. Στην τρίτη και τέταρτη ομάδα εντάσσονται οι περιφέρειες της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Στερεάς Ελλάδας, οι οποίες παρουσιάζουν χαμηλότερους πολλαπλασιαστές.

Μία από τις βασικές επισημάνσεις της μελέτης αφορά τον ρόλο των εισαγωγών. Η σύγκριση των πολλαπλασιαστών με και χωρίς την ενσωμάτωση των εισαγωγών δείχνει ότι η αυτοτελής λειτουργία των περιφερειακών οικονομιών θα ενίσχυε περαιτέρω τις χωρικές ανισότητες, ευνοώντας κυρίως την Αττική. Αυτό καθιστά αναγκαία την υιοθέτηση πολιτικών υποκατάστασης εισαγωγών που να έχουν σαφές κλαδικό και περιφερειακό περιεχόμενο.

Επιπλέον, καταγράφεται αρνητική συσχέτιση μεταξύ της κυριαρχίας του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα στην παραγωγική βάση μιας περιφέρειας και του μεγέθους των πολλαπλασιαστών της. Περιφέρειες με έντονη εξειδίκευση σε κλάδους πρώτων υλών ή ενέργειας παρουσιάζουν χαμηλότερους πολλαπλασιαστές, λόγω περιορισμένων διακλαδικών διασυνδέσεων. Παράλληλα, διαπιστώνεται ότι υψηλή παραγωγικότητα δεν συνεπάγεται απαραίτητα υψηλό πολλαπλασιαστή, γεγονός που υποδεικνύει ότι μία ολοκληρωμένη περιφερειακή πολιτική πρέπει να λαμβάνει υπόψη πολλαπλά κριτήρια.

Ειδικότερα, η συνδυαστική αξιολόγηση των ευρημάτων υποστηρίζει την ανάγκη για μια πολυδιάστατη αναπτυξιακή στρατηγική, που να ενσωματώνει την ενίσχυση τόσο των πολλαπλασιαστικών επιδράσεων όσο και της παραγωγικότητας και της διαφοροποίησης της παραγωγής. Η μονομερής στόχευση στις περιφέρειες με υψηλούς πολλαπλασιαστές ενδέχεται να οδηγήσει σε βραχυχρόνιες μόνο επιδράσεις, χωρίς να επιτυγχάνεται βιώσιμη περιφερειακή σύγκλιση. Αντίθετα, η ισόρροπη ενίσχυση των ασθενέστερων περιφερειών μπορεί να εξασφαλίσει σταθερότερες και διαρκέστερες επιδόσεις.

Η μελέτη καταλήγει προτείνοντας την ανάπτυξη ενός γενικευμένου υποδείγματος διαπεριφερειακών εισροών-εκροών, όπου οι πίνακες κάθε περιφέρειας θα ενσωματώνονται σε μία πολυπεριφερειακή μήτρα. Ένα τέτοιο υπόδειγμα θα επιτρέψει την εκτίμηση των άμεσων και έμμεσων επιδράσεων έργων διαπεριφερειακής υποδομής και πολιτικών μείωσης του κόστους μεταφοράς και ενίσχυσης της διασυνδεσιμότητας.